You are currently browsing the tag archive for the ‘ταμπουράς’ tag.

Η βιβλιογραφία της οργανοποιίας στη χώρα μας είναι πάμπτωχη. Και δυστυχώς σε αυτό τον τομέα, κανένα ΔΝΤ δεν μπορεί να μας σώσει. Όμως τελευταία κάτι έχει αρχίσει να κινείται. Πριν από λίγο καιρό δημοσιεύτηκε το πολυαναμενόμενο βιβλίο του οργανοποιού Νίκου Φρονιμόπουλου με τίτλο «Ο ταμπουράς του Μακρυγιάννη και η οργανοποιία του Λεωνίδα Γαΐλα». Το βιβλίο αυτό του Ν. Φρονιμόπουλου είναι αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης έρευνας πάνω στο θέμα, σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη θητεία του στην ενεργό οργανοποιία.

Ο Λεωνίδας Γαΐλας είναι ο παλαιότερος γνωστός οργανοποιός του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους. Τον ανακάλυψε ο Ν. Φρονιμόπουλος όταν κλήθηκε να συντηρήσει το πιο επώνυμο μουσικό όργανο της νεώτερης Ελλάδας, δηλαδή τον ταμπουρά του Στρατηγού Μακρυγιάννη, που διατηρείται στο Εθνικό & Ιστορικό Μουσείο. Λεπτομέρειες για την ενδιαφέρουσα αυτή ιστορία μπορείτε να βρείτε εδώ και εδώ και εδώ .

Η επαφή του Ν. Φρονιμόπουλου με το συγκεκριμένο όργανο και με την ιστορία του Λεωνίδα Γαΐλα, δεν σταμάτησε στη συντήρηση που του είχε αναθέσει το μουσείο. Στην ουσία τα παραπάνω αποτέλεσαν την αφορμή και την ευκαιρία για την σε βάθος μελέτη της οργανοποιίας του Λ. Γαΐλα και άρα την οργανοποιία της εποχής εκείνης. Το αποτέλεσμα αυτής της μελέτης παρουσιάζεται ανάγλυφα στο βιβλίο.

Στο πρώτο μέρος του το βιβλίο ασχολείται με το ιστορικό κομμάτι της έρευνας, στο δεύτερο μέρος γίνεται μια λεπτομερής ανάλυση της οργανοποιίας του Λεωνίδα Γαΐλα, ενώ στο τρίτο μέρος δίνεται μια λεπτομερής πρόταση για τον τρόπο κατασκευής του ταμπουρά. Δηλαδή παρουσιάζεται με μεγάλη λεπτομέρεια όλη η διαδικασία της κατασκευής, ξεκινώντας από τον σχεδιασμό και την κατασκευή του καλουπιού, μέχρι τα λούστρα. Και όλα αυτά με σχέδια, τεχνικές λεπτομέρειες και επεξηγήσεις, καθώς και 54 φωτογραφίες από όλα τα στάδια της κατασκευής, που δίνουν την ευκαιρία σε κάθε ενδιαφερόμενο να κατασκευάσει ένα πιστό αντίγραφο του συγκεκριμένου ταμπουρά. Στο τέλος του βιβλίου μάλιστα, υπάρχει και σχέδιο του οργάνου σε φυσικό μέγεθος (κλίμακα 1:1).

Μα, θα αναρωτηθεί κάποιος, τι σχέση έχουν όλα αυτά με την σύγχρονη οργανοποιία; Και όμως η σχέση είναι παραπάνω από προφανής. Ο Ν. Φρονιμόπουλος καταφέρνει τελικά να τα συνδυάζει όλα. Δίνει μια πλήρη περιγραφή του πως σκέφτεται ένας οργανοποιός για τον σχεδιασμό ενός οργάνου και επίσης δίνει όλες τις τεχνικές λεπτομέρειες της κατασκευής του, από την αρχή μέχρι το τέλος. Μάλιστα για τον προσεκτικό και ενδιαφερόμενο αναγνώστη, μέσα στο βιβλίο παρουσιάζονται αρκετά «μυστικά» της καλλιτεχνικής οργανοποιίας. Μιλάμε για πραγματικά μικρά ή μεγαλύτερα μυστικά που συνήθως δεν συζητούνται καθόλου, που όμως έχουν μεγάλη σημασία και είναι ισχυρά τόσο για την παλαιότερη όσο και για την σύγχρονη οργανοποιία. Για παράδειγμα γίνεται αναφορά στο σημαντικό στάδιο του εμποτισμού των ξύλων, κάτι που δίνει επιπλέον προστασία στα όργανα και εγγυάται την μακρόχρονη ζωή τους. Επίσης δίνεται η συνταγή για την προετοιμασία των φυσικών λούστρων που προτείνονται για το συγκεκριμένο όργανο. Η ίδια συνταγή θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε οποιοδήποτε σύγχρονο όργανο ποιότητας. Και αρκετά ακόμα που δεν είναι δυνατό να αναφερθούν στο σύντομο αυτό σημείωμα.

Σίγουρα το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι ένα τυπικό «εγχειρίδιο οργανοποιίας». Όμως αυτό δεν του στερεί καθόλου τον τίτλο του βιβλίου αναφοράς. Το αντίθετο μάλιστα. Νομίζω ότι θα πρέπει να κοσμεί την βιβλιοθήκη κάθε οργανοποιού, ερασιτέχνη ή επαγγελματία, κάθε μουσικού, αλλά και γενικότερα κάθε φιλότεχνου ή φιλόμουσου.

Το βιβλίο διατίθεται από το πωλητήριο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου ( Παλαιά Βουλή) και από το βιβλιοπωλείο «Δωδώνη». Μπορείτε επίσης να το προμηθευτείτε κατευθείαν από τον ίδιο τον οργανοποιό-συγγραφέα (Email: fronik@otenet.gr ).

Η διεύθυνση του blog που διατηρεί ο Νίκος Φρονιμόπουλος είναι http://fronik.wordpress.com/

Advertisements

Ο Νίκος Φρονιμόπουλος δεν είναι από τις συνηθισμένες περιπτώσεις οργανοποιών. Αν και γιος οδοντογιατρού, δεν επέλεξε τον εύκολο δρόμο να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, με την έτοιμη πελατεία. Φοίτησε σε ένα από τα καλύτερα σχολεία της Αθήνας όπου και κόλλησε το μικρόβιο του θεάτρου. Στη συνέχεια αφού τελείωσε μια από τις καλύτερες θεατρικές σχολές (Πέλου Κατσέλη) στον δρόμο τον κερδίζει η μουσική. Έμαθε βιολί και παραδοσιακό τρίχορδο μπουζούκι (με τον παλιό μπουζουξή Θανάση Μπάστα «Συριανό») και εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως επαγγελματίας μουσικός αλλά και ως δάσκαλος μουσικής διδάσκοντας τρίχορδο μπουζούκι (Κάρυστος, Μύκονος 1999 – 2005).


Παράσταση Γ. Χουβαρδά «Ο Αλέκος με τα κυδώνια», 1978. Ο Ν. Φρονιμόπουλος μπροστά παίζει βιολί, αμέσως μετά ο Τζίμης Πανούσης παίζει κιθάρα. Στο μπουζούκι ο Ν.Δασκαλοθανάσης. Στη σκηνή, ο Γιάννης Χουβαρδάς, Τάκης Σαρρής, Μίνα Αδαμάκη και Νίκος Αρμάος.

‘Όμως παράλληλα με όλα αυτά ξεκίνησε το 1975 η μεγάλη του αγάπη η οργανοποιία. Ξεκίνησε ως αυτοδίδακτος κατασκευάζοντας αρχικά ένα αυτοσχέδιο τζουρά, χρησιμοποιώντας ηχείο μια νεροκολοκύθα που χρησιμοποιούσε ο πατέρας του στο ψάρεμα. Το όργανο είχε τόση επιτυχία που ένα χρόνο μετά, ο παλιός ρεμπέτης Γ. Μουφλουζέλης του προτείνει ανταλλαγή με τον μπαγλαμά του! Πρώτα του εργαλεία ήταν ένα κουζινομάχαιρο (Σ.Σ. το έχει και το χρησιμοποιεί ακόμα), σπάγκος, η εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη (ως σφιγκτήρας) και το οδοντοτεχνικά εργαλεία του πατέρα του. Σημειωτέον ότι ο πατέρας ήταν από τους τελευταίους οδοντιάτρους που έκαναν όλη την προσθετική οδοντοτεχνική εργασία μόνοι, σε εργαστήριο που διατηρούσε στο σπίτι του. Λίγο αργότερα αρχίζει να κατασκευάζει όργανα για φίλους ενώ ταυτόχρονα έπαιζε μπουζούκι σε ταβερνάκια, παράλληλα με τη φοίτησή του στη Δραματική Σχολή του Κατσέλη.


Στο εργαστήριό του το 2006 κρατώντας ένα αντίγραφο του ταμπουρά του Μακρυγιάννη. Φωτογραφία Π. Καγιάφας

Με τον καιρό γνώρισε από κοντά τη δουλειά πολλών από τους παλιότερους μαστόρους αφού πέρασε από εργαστήρια όπως του Νίκου Γέρου και του Νίκου Στασινού. Παράλληλα η ξένη βιβλιογραφία τον βοήθησε να βελτιώσει τις τεχνικές του στην κατασκευή των λαουτοειδών και του βιολιού. Παρακολούθησε σεμινάρια για τα βερνίκια, την τεχνολογία των υλικών και την Ακουστική των μουσικών οργάνων. Κατασκεύασε το πρώτο του βιολί το 1994, ακολουθώντας τις αρχές της Ιταλικής Σχολής. Μάλιστα το καλοκαίρι του 1997 γνώρισε από κοντά στην Πάρμα τον Renato Scrollavezza, ένα από τους σημαντικότερους Maestro Luthier του αιώνα μας.


Μπουζούκια κατασκευής Ν. Φρονιμόπουλου (2005 και 1977). Όλα τα μέρη είναι κατασκευασμένα από τον ίδιο. Ακόμα και την ταμπελίτσα στο εσωτερικό των οργάνων την κάνει με το χέρι, με πενάκι και σινική μελάνη.

Μέχρι σήμερα έχει κατασκευάσει περισσότερα από 250 όργανα της οικογένειας του λαούτου (μπουζούκια, λαούτα, ούτια κτλ) και του βιολιού. Τα όργανά του διακρίνονται για την τεχνική τους αρτιότητα και την υψηλή τους αισθητική, ακολουθώντας τις αρχές και τη δεοντολογία της Καλλιτεχνικής Οργανοποιίας. Το 1994 αποκαθιστά λειτουργικά τον ταμπουρά του Στρατηγού Μακρυγιάννη, ενώ λίγο αργότερα ανακαλύπτει τον κατασκευαστή του οργάνου αυτού, στην περίφημη ζωγραφιά του Martinus Rørbye (1803-1948 ) που απεικονίζει τον οργανοποιό Λεωνίδα Γάϊλα να δουλεύει στο εργαστήριό του στην Αθήνα του 1835. Δημοσίευσε την ανακάλυψή του αυτή στο περιοδικό «Δίφωνο» (Οκτώβρης 1998 ). Ως ανήσυχο πνεύμα, αρχίζει να συλλέγει υλικό για την έκδοση μονογραφίας για την Οργανοποιία της εποχής εκείνης και την ιδιαίτερη τεχνική κατασκευής των ταμπουράδων από τον Λεωνίδα Γάϊλα (ΣΣ. έχει ολοκληρωθεί και αναμένουμε όλοι με ανυπομονησία να εκτυπωθεί) .


Χορδιέρα μπουζουκιού και καβαλάρης λαούτου. Οι λεπτομέρειες κάνουν την διαφορά

Έχει κάνει εργασίες συντήρησης σε αρκετά όργανα της Συλλογής Φοίβου Ανωγειανάκη του Μουσείου Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων. Δίδαξε κατασκευή οργάνων στο σεμινάριο «Ένηχα 91» (ΙΕΜΑ, Αθήνα 1991). Εδώ και 15 χρόνια συλλέγει στοιχεία και μελετά τους τρόπους δόνησης των λαουτοειδών (modes) και την εξέλιξή τους στην διαδικασία της κατασκευής (Παρουσίαση στη «Διεθνή Συνάντηση για τα Λαϊκά Μουσικά Όργανα», Καστοριά 2001). Το τελευταίο του άρθρο γύρω από το θέμα αυτό μπορείτε να το διαβάσετε στο 7ο τεύχος ( Φεβρουάριος 2008 ) του διαδικτυακό περιοδικού «Η Κλίκα«.


Καράολο μπουζουκιού – καράολο λαούτου – ροζέτα λαούτου

Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη και Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Καλλιτεχνικής Οργανοποιίας, μέσα από τον οποίο έγινε προσπάθεια να αναβαθμιστεί και να αναγνωριστεί η τέχνη της οργανοποιίας, με τη θέσπιση αντίστοιχων κανόνων δεοντολογίας. Σήμερα ζει και εργάζεται στα Λεγραινά Λαυρεωτικής.

τηλ. 2292051013 και 6946723804

blog: fronik.wordpress.com

email: fronik@otenet.gr).

Η εγκυρότερη πηγή για τα Ελληνικά λαϊκά όργανα είναι ασφαλώς ο Φοίβος Ανωγειανάκης και το σημαντικό βιβλίο του «Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Οργανα» (Εκδόσεις Μέλισσα, 1976,1991). Μέσα σε αυτό το βιβλίο που όπως δηλώνει και ο τίτλος του, αναφέρεται κυρίως στα λαϊκά μας μουσικά όργανα, υπάρχουν και κάποια στοιχεία για τους ανθρώπους που τα κατασκεύασαν, τους Έλληνες οργανοποιούς του 19ου και 20ου αιώνα. Οι πληροφορίες του Φ. Ανωγειανάκη φθάνουν μέχρι τον Εμμανουήλ Βελούδιο (1810-1875) που καταγόταν από το Αϊβαλί της Μ. Ασίας. Μάλιστα ο Φ. Ανωγειανάκης αναφέρει ότι ο παλαιότερο χρονολογημένο όργανο του Εμ. Βελούδιου είναι ένα λαούτο του 1865.

Όμως το 1998 νέα στοιχεία προστέθηκαν στη γνώση μας γύρω από το θέμα. Οι νέες σημαντικές πληροφορίες έγιναν γνωστές, μέσα από ένα άρθρο στο περιοδικό «Δίφωνο» τον Οκτώβριο του 1998. Συγγραφέας του άρθρου ήταν ο οργανοποιός Νίκος Φρονιμόπουλος, πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Καλλιτεχνικής Οργανοποιίας, ο οποίος ανακάλυψε το εξής σημαντικό στοιχείο. Ο Δανός ζωγράφος Μαρτίνος Ρέερμπυ (Martinus Rørbye, 1803-1848) , το έτος 1835 που είχε επισκεφθεί την Αθήνα, είχε ζωγραφίσει έναν οργανοποιό στο εργαστήριό του την ώρα που εργαζόταν πάνω σε μια κιθάρα. Στον πίνακα αυτό (σχέδιο με μολύβι) αναφέρεται καθαρά και το όνομα του οργανοποιού «Λεωνίδας Γάϊλας από την Αθήνα, Κατασκευαστής μπουζουκιών«. Ο πίνακας υπήρχε σε λεύκωμα του Δήμου Αθηναίων επί τη ευκαιρία έκθεσης με έργα Δανών ζωγράφων, που έγινε το 1985 στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, όπου και τον είδε ο Ν. Φρονιμόπουλος στην προσπάθειά του να βρει ένα θέμα για την αφίσα μιας έκθεσης μουσικών οργάνων που θα γινόταν το χειμώνα του 1997 στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων,

Ο Ν. Φρονιμόπουλος όμως δεν σταμάτησε εκεί. Συνδύασε την ανακάλυψή του αυτή, με παρατηρήσεις που έκανε κατά την διάρκεια εργασιών συντήρησης του περίφημου ταμπουρά του στρατηγού Μακρυγιάννη που του είχε αναθέσει το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Απέδειξε λοιπόν, ότι ο κατασκευαστής του ταμπουρά του στρατηγού Μακρυγιάννη, είναι ο Λεωνίδας Γάϊλας, ο οργανοποιός που απεικονίζεται στον πίνακα του Μ. Ρέερμπυ, .


Ο Ταμπουράς του στρατηγού Μακρυγιάννη (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο)

Οι λεπτομέρειες των ανακαλύψεων του Ν. Φρονιμόπουλου εκτός από προαναφερθέν άρθρο στο περιοδικό «Δίφωνο» τον Οκτώβριο του 1998, υπάρχουν και σε αντίστοιχο άρθρο του ιδίου, στο διαδικτυακό περιοδικό «Η Κλίκα«.

Μερικά επιπλέον στοιχεία

Με αφορμή μια παλαιότερη σχετική συζήτηση (στις αρχές του 2006) στο Ρεμπέτικο Φόρουμ, με αντικείμενο την ανακάλυψη των στοιχείων περί του Λ. Γάϊλα, μου είχαν δημιουργηθεί διάφορες απορίες. Μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι ο Λ. Γάϊλας αναφερόταν από τον Δανό ζωγράφο Μ. Ρέερμπυ, ως κατασκευαστής μπουζουκιών. Δεδομένου ότι στο δημοσιευμένο άρθρο δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτε σχετικό, αναρωτήθηκα αν ο χαρακτηρισμός αυτός ήταν άραγε του ίδιου του ζωγράφου ή μήπως κάποιου πολύ μεταγενέστερου μελετητή της ζωγραφικής του Μ. Ρέερμπυ ή κάποιου μουσείου; Και επίσης το κατά πόσο θα μπορούσαν να αντληθούν και άλλα στοιχεία από την ζωγραφική του Μ. Ρέερμπυ;

Έτσι λοιπόν άρχισα την μικρή μου έρευνα πάνω στο θέμα και τα βασικά συμπεράσματα αναφέρονται στη συνέχεια.

Η λεζάντα του σχεδίου του Μ. Ρέερμπυ

Στη φωτογραφία του πίνακα που υπήρχε στο λεύκωμα της έκθεσης του 1985 (όπου τον ανακάλυψε ο Ν. Φρονιμόπουλος), μάλλον από λάθος, είχε παραληφθεί ένα πολύ μικρό κομμάτι στην κάτω πλευρά, όπου υπήρχε η ιδιόχειρη λεζάντα του ζωγράφου.

Μετά από αρκετή αναζήτηση (με τη βοήθεια και της αρχαιολόγου κας Α. Παπανικολάου που ήταν η υπεύθυνη εκείνης της έκθεσης) βρήκα ακέραιο τον πίνακα σε λεύκωμα του 1981 στη Δανική γλώσσα, από αντίστοιχη έκθεση του Μουσείου Thorvaldsens της Κοπεγχάγης «Martinus Rørbye (1803-1848), Thorvaldsens Museum, Køpenhavn 1981».


Το σκίτσο του Μαρτίνου Ρέερμπυ όπως δημοσιεύτηκε στην έκδοση του Δήμου Αθηναίων το 1985 και στο Δίφωνο (Οκτώβριος 1998)


Η ιδιόχειρη λεζάντα του M. Rørbye (σε μεγεθυνση)  

Είναι ενδιαφέρον ότι η λεζάντα του Δανού Μ. Ρέερμπυ, είναι γραμμένη στα Ιταλικά(!!) «Leonidas Gailas da Athina, Fabricatore di bossuchi». Ίσως αυτό να εξηγείται από το γεγονός ότι ο ζωγράφος πριν έλθει στην Ελλάδα είχε επισκεφθεί για αρκετό διάστημα την Ιταλία, όπου και ξαναπήγε μετά.

Ο Μ. Ρέερμπυ από εκείνο το εξάμηνο ταξίδι του ανά την Ευρώπη, μας άφησε επίσης και ένα μικρό ημερολόγιο (που υπήρχε δημοσιευμένο μόνο στην Δανέζικη έκδοση). Από το ημερολόγιο φαίνεται ότι οι επισκέψεις του στο εργαστήριο του Λ. Γάϊλα έγιναν στις 14 και στις 17 Νοεμβρίου του 1835. Ο Λ. Γάϊλας θα πρέπει το 1835 να ήταν πάνω από 50 ετών, αφού ο Μ. Ρέερμπυ τον αναφέρει ως «γέρο οργανοποιό» και στον πίνακα τον έχει απεικονίσει ηλικιωμένο . Έτσι μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι θα πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1780.

Ο Μ. Ρέερμπυ θα πρέπει να επισκέφθηκε το εργαστήριο του Λ. Γάϊλα για πρώτη φορά στις 14/11/1835. Ως βορειοευρωπαίος που πιθανώς δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του τέτοιο όργανο, μάλλον μπέρδεψε τον ταμπουρά με το μαντολίνο. Στη συνέχεια, κάποιος θα πρέπει να του εξήγησε τη διαφορά μεταξύ του μαντολίνου και των οργάνων που κατασκεύαζε ο Λ. Γάϊλας ώστε τελικά να οδηγηθεί να γράψει στη λεζάντα τη λέξη μπουζούκι. Το λογικότερο βέβαια είναι να ρώτησε τον ίδιο το Γάϊλα.

Όπως γνωρίζουμε ο όρος μπουζούκι χρησιμοποιείτο από πολύ παλαιότερα. Γνωστή είναι και η παρακάτω αναφορά στο βιβλίο του Σταύρου Καρακάση «Ελληνικά Μουσικά Όργανα» Εκδόσεις ΔΙΦΡΟΣ, Αθήνα 1970 (σελ.161) «Το μπουζούκι ήταν σε χρήση από τον ελληνικό λαό από αιώνες και ανήκει στην κατηγορία των ταμπουράδων, των οποίων είναι μια παραλλαγή». Μάλιστα επισημαίνει ότι «Στα δημοτικά μας τραγούδια αναφέρεται όπως και ο ταμπουράς». Παραθέτει και σχετικές παραγράφους από τα απομνημονεύματα του αγωνιστή της Επανάστασης Ν. Κασομούλη «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833» που υπάρχουν αναφορές τόσο στο μπουζούκι, όσο και τον ταμπουρά.

Ο Ν. Φρονιμόπουλος, από τη μελέτη του σχεδίου του Μ. Ρέερμπυ, υποστηρίζει ότι ο Γάϊλας δεν είχε τα απαραίτητα εργαλεία για να κατασκευάζει κιθάρες. Στον πίνακα πιθανόν να κουρδίζει την κιθάρα πάνω στην οποία εργάζεται, ή να τις αλλάζει χορδές. Αντίθετα στο σχέδιο είναι αποτυπωμένα όλα τα αναγκαία για να κατασκευάζει τους αρκετούς ταμπουράδες που υπάρχουν στο εργαστήριο και είναι πανομοιότυποι με εκείνον του Στρατηγού Μακρυγιάννη.

Περισσότερες λεπτομέρειες για την λεζάντα, το ημερολόγιο του Μ. Ρέερμπυ καθώς και άλλα στοιχεία υπάρχουν σε σχετικό άρθρο («Όταν ο Μ. Ρέερμπυ συνάντησε τον Λ. Γάϊλα») που δημοσιεύτηκε πριν μερικούς μήνες στο διαδικτυακό περιοδικό «Η Κλίκα«.

ΚαΠα
(Παναγιώτης Καγιάφας)

Στατιστικά Blog

  • 815.678 Επισκέψεις
visitor stats

Συμμετέχετε στον εμπλουτισμό του Blog

Γράψτε τα σχόλιά σας ή στην περίπτωση που θέλετε να γράψετε κάποιο άρθρο με πληροφορίες για τους Έλληνες Οργανοποιούς, επικοινωνήστε μαζί μας. Κάθε πληροφορία που πλουτίζει τις γνώσεις μας για τους Έλληνες οργανοποιούς (παλαιούς και σύγχρονους), είναι πολύτιμη. Π. Καγιάφας Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: p.kagiafas παπάκι gmail.com

a

Αύγουστος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  
Advertisements