You are currently browsing the monthly archive for Μαρτίου 2008.

Γεννήθηκε το 1948 στο χωριό Γιαννάδες της Κέρκυρας και ήλθε στην Αθήνα σε ηλικία 12 ετών. Στα 16 του χρόνια ξεκίνησε να σπουδάζει κλασική κιθάρα στο Ωδείο της Δάφνης με καθηγητή τον αείμνηστο κιθαρίστα Νίκο Χαμηλοθώρη από τον οποίο έμαθε πάρα πολλά, γύρω από την κλασική κιθάρα. Μετά το στρατιωτικό του άρχισε να παραδίδει και αυτός μαθήματα κιθάρας σε διάφορα Ωδεία (Γλυφάδα, Ζωγράφου, Ηλιούπολη κ.ά) καθώς και ιδιαίτερα μαθήματα. Γύρω στα 1978-1979 ενώ έψαχνε να αγοράσει ο ίδιος ένα καλό όργανο, συνάντησε τον γνωστό κατασκευαστή κλασικής κιθάρας Νίκο Ιωάννου ο οποίος εργαζόταν στην Αμερική, αλλά είχε έλθει για λίγο στην Ελλάδα. Η επικοινωνία τους τον ενθουσίασε. Έμεινε μαζί του 2-3 μέρες και από αυτόν πήρε τα πρώτα ερεθίσματα στην κατασκευή της κιθάρας.


Ο Παύλος Γύπας στο παλιό του εργαστήριο, τον Δεκέμβριο του 2006. Φωτογραφία Π. Καγιάφας

Ξεκίνησε λοιπόν την οργανοποιία, αφού φρόντισε να συμπληρώσει τις γνώσεις του στις βασικές τεχνικές επεξεργασίας του ξύλου. Σταδιακά άρχισε να απορροφάται όλο και περισσότερο από την οργανοποιία μέχρι που τελικά εγκατέλειψε την διδασκαλία μετά από 2-3 χρόνια. Μετά από από 5-6 χρόνια αναζητήσεων και σκληρής δουλειάς (με ενθουσιασμό αλλά και αποτυχίες), η αφοσίωση αυτή άρχισε να αποδίδει καρπούς. Όπως λέει, «άρχισε να κατασκευάζει συμπαθητικές κιθάρες«. Βοήθεια δεν είχε από κανένα άλλο κατασκευαστή. Είχε προσεγγίσει τον Γιώργο Παναγή, όμως ο μάστορας λόγω της ήδη προχωρημένης ηλικίας του δεν είχε την διάθεση και το κουράγιο για τέτοια μαθήματα. Πέρα από τους Παναγήδες δεν υπήρχε στη χώρα μας παράδοση στην κατασκευή κλασικής κιθάρας και έτσι η εξέλιξή του βασίστηκε στην όποια ξένη βιβλιογραφία κατάφερε να βρει, το ταλέντο του και φυσικά την πολλή δουλειά.

Κάποια στιγμή άρχισε να εκτιμάται η δουλειά του από την κιθαριστική κοινότητα και τους Έλληνες σολίστ όπως ο Ευάγγελος Ασημακόπουλος (που από την αρχή τον ενθάρρυνε να συνεχίσει την οργανοποιία) και η κιθαρίστρια Έλενα Παπανδρέου. Και βέβαια σημαντική στιγμή στην καριέρα του, υπήρξε η αναγνώριση της δουλειάς του από τον διάσημο κιθαρίστα, συνθέτη και αρχιμουσικό Leo Brouwer.

Ο Π. Γύπας πάντοτε έφτιαχνε καλά όργανα. Όμως τα τελευταία χρόνια έχει επικεντρώσει την προσοχή του στις κιθάρες πολύ υψηλών προδιαγραφών αναζητώντας διαρκώς την τελειότητα και βελτιώνοντας διαρκώς τις τεχνικές του, ώστε τα υλικά που χρησιμοποιεί να αποδώσουν στο μέγιστο δυνατό. Έτσι η παραγωγή του είναι πολύ μικρή, γύρω στα 15 όργανα το χρόνο.


Στην αριστερή κιθάρα το καπάκι είναι από κέδρο, ενώ στη δεξιά από έλατο

Τα όργανά του είναι απέριττα, αλλά υψηλής αισθητικής. Για το καπάκι χρησιμοποιεί ελβετικό έλατο ή κέδρο, για τον πάτο και τα πλαϊνά παλίσσανδρο Μαδαγασκάρης (που ποιοτικά τον τοποθετεί μεταξύ εκείνου των Ινδιών και της Βραζιλίας) και για το μπράτσο κέδρο Ονδούρας. Γενικά χρησιμοποιεί τα παραδοσιακά ξύλα της οργανοποιίας της κιθάρας τα οποία προμηθεύεται από καταξιωμένους προμηθευτές της Ισπανίας και της Γερμανίας, φροντίζει όμως να τα παλαιώνει περαιτέρω για τουλάχιστον 10-15 χρόνια. Για τον Π. Γύπα τα ξύλα και τα υλικά αποτελούν μικρό μέρος της αξίας ενός οργάνου. Ακόμα και με ακριβά υλικά να κατασκευαστεί μια κιθάρα, αυτά αποτελούν συνήθως μικρό μέρος της τιμής της (περίπου το 1/10). Το μεγαλύτερο μέρος οφείλεται στην ποσότητα της απαιτούμενης εργασίας και του χρόνου που απαιτείται για την τελειοποίηση μιας κιθάρας.

Σύμφωνα με τον Παύλο Γύπα τα μυστικά της κατασκευής είναι πάρα πολλά. Ειδικά η κατασκευή της κιθάρας στηρίζεται σε πολλές και λεπτές ισορροπίες (καπάκι, όγκος του αέρα, σωστός συντονισμός καπακιού – αέρα – πάτου, τα καμάρια, τα λούστρα κτλ). Η δε απαιτούμενη γνώση προέρχεται από την μακροχρόνια ενασχόληση του κάθε κατασκευαστή ξεχωριστά και άρα δεν μπορεί να μεταδοθεί εύκολα. Δεν αρκεί λοιπόν να αντιγράψει κανείς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά μια κιθάρας του Torres, του Fleta, του Ramirez ή του Hausser για να γίνει αυτόματα καλός κατασκευαστής. Αυτό που κάνει ποιοτικό ένα όργανο, είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από την γεωμετρία του.

Πολλοί τον θεωρούν ως τον σημαντικότερο σύγχρονο Έλληνα κατασκευαστή κιθάρας. Το σίγουρο είναι ότι ο Παύλος Γύπας είναι ένας σημαντικός άνθρωπος χαμηλών τόνων που αποφεύγει την δημοσιότητα. Έτσι, η διεθνής του καταξίωσή έχει πραγματοποιηθεί αποκλειστικά και μόνο, μέσα από την ποιότητα της δουλειάς του. Θα τον βρει κανείς στο εργαστήρι του τις πιο απίθανες ώρες της ημέρας, από τα άγρια χαράματα μέχρι τα βαθιά μεσάνυχτα, σε μια μοναχική πορεία προς την πραγμάτωση της τέλειας κιθάρας. Κάτι που φαίνεται να εκτιμούν και εμπιστεύονται οι απαιτητικοί πελάτες του. Και ίσως ο Leo Brouwer να έχει ήδη επιβεβαιωθεί, σε αυτά που μεταξύ άλλων του έγραφε το 1985 «Νομίζω ότι πραγματοποιείς μια τεράστια συνεισφορά στην κατασκευή κιθάρας σήμερα. Το μέλλον της κατασκευής κιθάρας θα μετρά από εδώ και πέρα με το όνομά σου».

Web: http://www.gypasguitars.com/

email: pavlos@gypasguitars.com

Συγκεντρώνοντας υλικό για το Λεωνίδα Γάιλα και το πρώτο γνωστό εργαστήρι κατασκευής οργάνων της νεότερης Ελλάδας, εύλογα μου δημιουργήθηκε η εξής απορία : Υπήρχαν άραγε κάποιες αντίστοιχες μαρτυρίες για την ύπαρξη παρόμοιων εργαστηρίων σε άλλες, ακόμη παλαιότερες εποχές ; Περιγράφεται κάτι παρόμοιο είτε από φιλολογικές πηγές είτε – όπως με την περίπτωση του Γάιλα- εικαστικά;

Είναι σημαντική η απάντηση παρόμοιων ερωτημάτων ώστε να μπορέσουμε να προσδιορίσουμε καλύτερα το πότε περίπου χρονικά γίνεται ο διαχωρισμός μουσικού – οργανοποιού από ένα και το αυτό πρόσωπο σε δύο διακριτές ειδικότητες : αυτού που χρησιμοποιεί και αυτού που κατασκευάζει ένα μουσικό όργανο.

Ο παλιός μου δάσκαλος και φίλος μουσικολόγος Μάρκος Δραγούμης με κατεύθυνε σε μιά μαρτυρία που αναφέρεται στο βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου « Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1800 –1810 », του Ιταλού ζωγράφου Simone Pomard , ο οποίος περιηγήθηκε την Ελλάδα την περίοδο 1804 – 1806.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας λοιπόν, έχουμε την πρώτη αναφορά για εργαστήριο κατασκευής λύρας ! Γράφει ότι στη Δαύλεια ( 150 σπίτια ) είχε αναπτυχθεί βιοτεχνία μουσικών οργάνων. Κατασκεύαζαν λύρες με τρεις χορδές. Παρακολούθησε μάλιστα πως δούλευαν οι τεχνίτες και δίνει μια απλοϊκή περιγραφή : « Έπαιρναν το ξύλο, το έσκαβαν, του έδιναν σχήμα ωοειδές, στρογγυλό στο κάτω μέρος και με κοντή λαβή, μονοκόμματο, λίγο μικρότερο από βιολί. Πάνω στο κοίλωμα εφάρμοζαν και συγκολλούσαν μια σανιδούλα με τρύπες και ένα γεφυράκι χονδροειδές για τα κλειδιά και τις χορδές. Ο ήχος της λύρας ήταν οξύς , αλλά ένοιωθες ευχαρίστηση να τον ακούς κάτω από τον Παρνασσό ! ».

Νίκος Φρονιμόπουλος

Ο Νίκος Φρονιμόπουλος δεν είναι από τις συνηθισμένες περιπτώσεις οργανοποιών. Αν και γιος οδοντογιατρού, δεν επέλεξε τον εύκολο δρόμο να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, με την έτοιμη πελατεία. Φοίτησε σε ένα από τα καλύτερα σχολεία της Αθήνας όπου και κόλλησε το μικρόβιο του θεάτρου. Στη συνέχεια αφού τελείωσε μια από τις καλύτερες θεατρικές σχολές (Πέλου Κατσέλη) στον δρόμο τον κερδίζει η μουσική. Έμαθε βιολί και παραδοσιακό τρίχορδο μπουζούκι (με τον παλιό μπουζουξή Θανάση Μπάστα «Συριανό») και εργάστηκε για αρκετά χρόνια ως επαγγελματίας μουσικός αλλά και ως δάσκαλος μουσικής διδάσκοντας τρίχορδο μπουζούκι (Κάρυστος, Μύκονος 1999 – 2005).


Παράσταση Γ. Χουβαρδά «Ο Αλέκος με τα κυδώνια», 1978. Ο Ν. Φρονιμόπουλος μπροστά παίζει βιολί, αμέσως μετά ο Τζίμης Πανούσης παίζει κιθάρα. Στο μπουζούκι ο Ν.Δασκαλοθανάσης. Στη σκηνή, ο Γιάννης Χουβαρδάς, Τάκης Σαρρής, Μίνα Αδαμάκη και Νίκος Αρμάος.

‘Όμως παράλληλα με όλα αυτά ξεκίνησε το 1975 η μεγάλη του αγάπη η οργανοποιία. Ξεκίνησε ως αυτοδίδακτος κατασκευάζοντας αρχικά ένα αυτοσχέδιο τζουρά, χρησιμοποιώντας ηχείο μια νεροκολοκύθα που χρησιμοποιούσε ο πατέρας του στο ψάρεμα. Το όργανο είχε τόση επιτυχία που ένα χρόνο μετά, ο παλιός ρεμπέτης Γ. Μουφλουζέλης του προτείνει ανταλλαγή με τον μπαγλαμά του! Πρώτα του εργαλεία ήταν ένα κουζινομάχαιρο (Σ.Σ. το έχει και το χρησιμοποιεί ακόμα), σπάγκος, η εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη (ως σφιγκτήρας) και το οδοντοτεχνικά εργαλεία του πατέρα του. Σημειωτέον ότι ο πατέρας ήταν από τους τελευταίους οδοντιάτρους που έκαναν όλη την προσθετική οδοντοτεχνική εργασία μόνοι, σε εργαστήριο που διατηρούσε στο σπίτι του. Λίγο αργότερα αρχίζει να κατασκευάζει όργανα για φίλους ενώ ταυτόχρονα έπαιζε μπουζούκι σε ταβερνάκια, παράλληλα με τη φοίτησή του στη Δραματική Σχολή του Κατσέλη.


Στο εργαστήριό του το 2006 κρατώντας ένα αντίγραφο του ταμπουρά του Μακρυγιάννη. Φωτογραφία Π. Καγιάφας

Με τον καιρό γνώρισε από κοντά τη δουλειά πολλών από τους παλιότερους μαστόρους αφού πέρασε από εργαστήρια όπως του Νίκου Γέρου και του Νίκου Στασινού. Παράλληλα η ξένη βιβλιογραφία τον βοήθησε να βελτιώσει τις τεχνικές του στην κατασκευή των λαουτοειδών και του βιολιού. Παρακολούθησε σεμινάρια για τα βερνίκια, την τεχνολογία των υλικών και την Ακουστική των μουσικών οργάνων. Κατασκεύασε το πρώτο του βιολί το 1994, ακολουθώντας τις αρχές της Ιταλικής Σχολής. Μάλιστα το καλοκαίρι του 1997 γνώρισε από κοντά στην Πάρμα τον Renato Scrollavezza, ένα από τους σημαντικότερους Maestro Luthier του αιώνα μας.


Μπουζούκια κατασκευής Ν. Φρονιμόπουλου (2005 και 1977). Όλα τα μέρη είναι κατασκευασμένα από τον ίδιο. Ακόμα και την ταμπελίτσα στο εσωτερικό των οργάνων την κάνει με το χέρι, με πενάκι και σινική μελάνη.

Μέχρι σήμερα έχει κατασκευάσει περισσότερα από 250 όργανα της οικογένειας του λαούτου (μπουζούκια, λαούτα, ούτια κτλ) και του βιολιού. Τα όργανά του διακρίνονται για την τεχνική τους αρτιότητα και την υψηλή τους αισθητική, ακολουθώντας τις αρχές και τη δεοντολογία της Καλλιτεχνικής Οργανοποιίας. Το 1994 αποκαθιστά λειτουργικά τον ταμπουρά του Στρατηγού Μακρυγιάννη, ενώ λίγο αργότερα ανακαλύπτει τον κατασκευαστή του οργάνου αυτού, στην περίφημη ζωγραφιά του Martinus Rørbye (1803-1948 ) που απεικονίζει τον οργανοποιό Λεωνίδα Γάϊλα να δουλεύει στο εργαστήριό του στην Αθήνα του 1835. Δημοσίευσε την ανακάλυψή του αυτή στο περιοδικό «Δίφωνο» (Οκτώβρης 1998 ). Ως ανήσυχο πνεύμα, αρχίζει να συλλέγει υλικό για την έκδοση μονογραφίας για την Οργανοποιία της εποχής εκείνης και την ιδιαίτερη τεχνική κατασκευής των ταμπουράδων από τον Λεωνίδα Γάϊλα (ΣΣ. έχει ολοκληρωθεί και αναμένουμε όλοι με ανυπομονησία να εκτυπωθεί) .


Χορδιέρα μπουζουκιού και καβαλάρης λαούτου. Οι λεπτομέρειες κάνουν την διαφορά

Έχει κάνει εργασίες συντήρησης σε αρκετά όργανα της Συλλογής Φοίβου Ανωγειανάκη του Μουσείου Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων. Δίδαξε κατασκευή οργάνων στο σεμινάριο «Ένηχα 91» (ΙΕΜΑ, Αθήνα 1991). Εδώ και 15 χρόνια συλλέγει στοιχεία και μελετά τους τρόπους δόνησης των λαουτοειδών (modes) και την εξέλιξή τους στην διαδικασία της κατασκευής (Παρουσίαση στη «Διεθνή Συνάντηση για τα Λαϊκά Μουσικά Όργανα», Καστοριά 2001). Το τελευταίο του άρθρο γύρω από το θέμα αυτό μπορείτε να το διαβάσετε στο 7ο τεύχος ( Φεβρουάριος 2008 ) του διαδικτυακό περιοδικού «Η Κλίκα«.


Καράολο μπουζουκιού – καράολο λαούτου – ροζέτα λαούτου

Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη και Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Καλλιτεχνικής Οργανοποιίας, μέσα από τον οποίο έγινε προσπάθεια να αναβαθμιστεί και να αναγνωριστεί η τέχνη της οργανοποιίας, με τη θέσπιση αντίστοιχων κανόνων δεοντολογίας. Σήμερα ζει και εργάζεται στα Λεγραινά Λαυρεωτικής.

τηλ. 2292051013 και 6946723804

blog: fronik.wordpress.com

email: fronik@otenet.gr).

Ένα από τα πιο παλαιά τρίχορδα μπουζούκια που διασώζεται μέχρι σήμερα αποκαλύφθηκε σε σχετική συζήτηση στο Ρεμπέτικο Φόρουμ το έτος 2005. Είναι ένα μπουζούκι κατασκευασμένο το 1904 από τον κατασκευαστή Γεώργιο Χ. Ευαγγελίδη. Η δημοσίευση έγινε από το μέλος του Ρεμπέτικου Φόρουμ «Γιάννης Τ» ο οποίος είναι ερασιτέχνης οργανοποιός. Του το είχε πάει για επισκευή ένας παππούς, που και αυτός το είχε κληρονομήσει από τον παππού του, και το είχε στην ντουλάπα του αχρησιμοποίητο για πολλά χρόνια.

Το παρακάτω κείμενο είναι συρραφή από τις πληροφορίες που έδωσε ο «Γιάννης Τ» σε εκείνη την συζήτηση, που όμως δίνουν μια πλήρη εικόνα για το όργανο αυτό. Τις φωτογραφίες τις έχει τραβήξει ο ίδιος και είχαν δημοσιευτεί στο Ρεμπέτικο Φόρουμ, αλλά μου τις ξανάστειλε για τις ανάγκες αυτού του άρθρου. Τον ευχαριστούμε πολύ, τόσο για το συγκεκριμένο θέμα, όσο και γενικότερα για τις πληροφορίες που δημοσιεύει κατά καιρούς.

Αντιγράφω από τα μηνύματα του Γιάννη Τ στο Ρεμπέτικο Φόρουμ (με ασήμαντες αλλαγές στη ροή των σχολίων για να γίνει το κείμενο αναγνώσιμο):

«Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου (για επισκευή) ένα τρίχορδο μπουζούκι του 1904, κατασκευής Γεωργίου Ευαγγελίδη στην Αθήνα.

Τόσο τα υλικά (εξαιρουμένου του καπακιού ) όσο η ποιότητα κατασκευής είναι άριστα. Σκάφος παλίσσανδρος Βραζιλίας με κολάντζα κατσαρό κελεμπέκι, σκαλιστό και γεμισμένο με κάτι σαν πάστα (το σκάφος δεν έχει την έντονη γωνία του μαντολίνου είναι μάλλον ίσο σαν τα σύγχρονα μπουζούκια). Το μανίκι είναι από κελεμπέκι ντυμένο με καπλαμά παλίσσανδρο Βραζιλίας. Το καπάκι είναι έλατο με ροζέτα όχι όμως με ίσια νερά ενώ το κοσμεί μάλλον ταρταρούγα στην οποία έχει γίνει ενθετική με όστρακο και ροζέτα στην τρύπα. Η κλίμακα του είναι 65 cm. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η τοποθέτηση των οστράκινων τσαμπουκάδων η οποία δεν είναι όπως στα σύγχρονα μπουζούκια (3, 5, 7, 10, 12 κλπ) αντίθετα ακολουθεί την κλίμακα δηλαδή έχει τσαμπουκάδες και στο μι για παράδειγμα και στο φα. Το μπουζούκι το έχει ένας παππούς και ήταν του παππού του! Έχει υποστεί μια κακή επισκευή (πριν από 50 χρονιά! Αν κρίνω απ τις χορδές που είχε πάνω) ήταν σε άθλια κατάσταση μετά την επισκευή του όμως, που έγινε πρώτα απ΄όλα με σεβασμό στα χρόνια του οργάνου, λαλούσε.

Η κλειδιέρα είναι τύπου τετράχορδου με τέσσερα κουρδιστήρια. Είναι αυθεντική καθώς η ένωση έχει γίνει με V joint όπως στις παλιές καλές κλασσικές κιθάρες. Όμοια ένωση έχει και το μπουζούκι του Κοπελιάδη (ΣΣ: εννοεί ένα άλλο παλαιό μπουζούκι που είχε επίσης επισκευάσει). Ο καβαλάρης έχει 6 εγκοπές και είναι αυθεντικός (είναι καλά προσαρμοσμένος). Επομένως ήταν τρίχορδο εξ αρχής.

Την φωτογραφία της πινακίδας την πήρα αφού έβγαλα το καπάκι (λόγω υγρασίας δεν ήταν και δύσκολο). Η επισκευή που έγινε ήταν γενική :κόλλησα τα σπασμένα σημεία του σκάφους, που ευτυχώς ήταν λίγα και τις ανοιγμένες ντούγες (η ψαρόκολλα πάνω στην ετικέτα είναι από προηγούμενη επισκευή), ξεκόλλησα τα ημιξεκολλημένα καμάρια και τα επανατοποθέτησα (τα ίδια στα ίδια σημεία ), ίσιωσα την ταστιέρα και άλλαξα τάστα πάνω στις αυθεντικές εγκοπές και τέλος λούστραρα το όργανο με γομμολάκα. Το όργανο έχει μια γλυκιά και σκαστή πενιά.»

ΥΓ. Εκπαιδευτικός είμαι αλλά κατασκευάζω (τρίχορδα λαούτα και λοιπά ταμπουροειδή, εσχάτως και κλασσικές κιθάρες) και αποκαθιστώ λειτουργικά παλιά όργανα (η Λακωνία είναι γεμάτη από παλιά λαούτα και μαντολίνα) εδώ και 12 χρόνια.

Τον παππού τον ανέκρινα και το μόνο που θυμόταν ήταν οτι ο παππούς του μερακλωνόταν καμιά φορά και έπαιζε καθώς και ότι κανένα απ τα παιδιά του και τα εγγόνια του δεν έμαθε να παίζει. Ο παππούς πεθανε κατα τη διάρκεια της κατοχής και έκτοτε το όργανο ήταν κουρδισμένο! αλλά με τρεις χορδές σε μια ντουλάπα.»

Γιάννης Τ
(Η οργανοποιία είναι νταλγκάς)

Σημείωση:
Εκτός από τις πληροφορίες για το συγκεκριμένο όργανο που μας δίνει ο Γιάννης Τ, δυστυχώς δεν έχω βρει άλλες πληροφορίες γύρω από τον κατασκευαστή Γεώργιο Χ. Ευαγγελίδη. Γιαυτό και παραμικρή πρόσθετη πληροφορία είναι ευπρόσδεκτη και πολύτιμη.

ΚαΠα

Στατιστικά Blog

  • 725,477 Επισκέψεις
visitor stats

Συμμετέχετε στον εμπλουτισμό του Blog

Γράψτε τα σχόλιά σας ή στην περίπτωση που θέλετε να γράψετε κάποιο άρθρο με πληροφορίες για τους Έλληνες Οργανοποιούς, επικοινωνήστε μαζί μας. Κάθε πληροφορία που πλουτίζει τις γνώσεις μας για τους Έλληνες οργανοποιούς (παλαιούς και σύγχρονους), είναι πολύτιμη. Π. Καγιάφας Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: p.kagiafas παπάκι gmail.com

a

Μαρτίου 2008
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31